Εκφράζομαι Καθαρά / Ευφραδής /ɑːrˈtɪkjəleɪt/ Verb
- English
- articulate
- ไทย
- ถ่ายทอดความคิดได้ชัดเจน
Example
- Δυσκολεύτηκε να **εκφράσει με σαφήνεια** (διατυπώνω / εκφράζω / διαλέγω λέξεις) τις σκέψεις της στη συνέντευξη.
- She struggled to articulate her thoughts during the interview.
- Το 'εκφράζω με σαφήνεια' είναι πιο ζεστό από το απλό 'διατυπώνω'.