Δικτάτορας /ðikˈta.tor/ Noun

English
dictator
ไทย
เผด็จการ

Example

  • Η χώρα υπέφερε κάτω από τη σκιά μιας σειράς στρατιωτικών [δικτάτορας/τυράννων/αυταρχικών ηγετών].
  • The country suffered at the hands of a series of military dictators.
  • Η λέξη 'δικτάτορας' φέρει πάντα αρνητικό, βαρύ πολιτικό φορτίο.