διδάσκω /ðiˈdaskɔ/ Verb

English
teach
ไทย
สอน

Example

  • Η κυρία Ελένη [διδάσκει] (καθοδηγεί / εκπαιδεύει / καθοδηγεί) στο τοπικό μας σχολείο.
  • She teaches at our local school.
  • Το 'διδάσκω' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.