δίδυμος /ˈðiðimos/ AdjectiveEnglishtwinไทยฝาแฝด (ทวิน)ExampleΗ δίδυμη αδερφή μου είναι γιατρός.My twin sister is a doctor.Το 'δίδυμη' κλίνεται ανάλογα με το γένος.