μάνατζερ /ˈmænɪdʒər/ Noun
- English
- manager
- ไทย
- ผู้จัดการ
Example
- Ο [Διευθυντής] (οργανωτής / επιβλέπων / επικεφαλής) του ξενοδοχείου μας υποδέχτηκε στην είσοδο.
- The hotel manager greeted us at the door.
- Το 'Διευθυντής' είναι η πιο επίσημη επιλογή εδώ.