Δημοπρασία /ði.mo.pra.ˈsi.a/ NounEnglishauctionไทยการประมูลExampleΤο αντίκα βάζο πουλήθηκε σε [δημοπρασία] για ένα ποσό ρεκόρ.The antique vase was sold at auction for a record price.Η λέξη «δημοπρασία» είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.