διοικητικός /ði.mi.ni.striˈti.vos/ Adjective

English
administrative
ไทย
ธุรการ

Example

  • Η εταιρεία περνάει από διοικητική αναδιάρθρωση.
  • The company is undergoing an administrative restructuring.
  • Εδώ το 'διοικητικός' είναι ο πιο φυσικός όρος για αναδιάρθρωση δομών.