δοχείο /ðoˈt͡ʃe.o/ Noun

English
container
ไทย
ภาชนะ

Example

  • Βάλε το αλεύρι σε ένα αεροστεγές [δοχείο] για να μην χαλάσει.
  • Store the flour in an airtight container.
  • Το 'αεροστεγές' είναι η μαγική λέξη για τη φρεσκάδα.