ΔΟΜΗ /ˈðo.mi/ Noun
- English
- structure
- ไทย
- โครงสร้าง
Example
- Η **δομή** (σύσταση / οργάνωση / διάταξη) του κτιρίου σχεδιάστηκε να αντέχει τους σεισμούς.
- The structure of the building is designed to withstand earthquakes.
- Εδώ αναφέρεται στην αρχιτεκτονική και μηχανική διάταξη.