Πιθανότητα /piθanóˈtita/ Noun
- English
- possibility
- ไทย
- ความเป็นไปได้
Example
- Η **δυνατότητα** (περιθώριο / ενδεχόμενο / προοπτική) χρεοκοπίας είναι υπαρκτή αν οι πωλήσεις δεν βελτιωθούν.
- Bankruptcy is a real possibility if sales don't improve.
- Εδώ τονίζεται η ρεαλιστική προοπτική.