εχθρικότητα /eχθriˈko̞ti/ Noun
- English
- hostility
- ไทย
- ความเป็นปรปักษ์
Example
- Υπήρχε μια σχεδόν φανερή εχθρότητα στη φωνή της. [Εχθρικότητα / Μίσος / Δυσμένεια] — της.
- There was a barely veiled hostility in her tone.
- Εδώ τονίζεται η υποβόσκουσα ένταση.