υλοποιώ /iloˈpi.o/ Verb

English
implement
ไทย
นำไปใช้

Example

  • Η κυβέρνηση θα **εφαρμόσει** τον νέο φορολογικό νόμο του χρόνου. (Θέτω σε εφαρμογή / Θέτω σε ισχύ / Θέτω σε εφαρμογή)
  • The government will implement the new tax law next year.
  • Το 'εφαρμόζω' είναι η πιο ευέλικτη επιλογή εδώ.