Εφημερίδα /efimeˈriða/ Noun
- English
- newspaper
- ไทย
- หนังสือพิมพ์
Example
- Αγόρασε την ημερήσια [Εφημερίδα] / [Ημερήσιο φύλλο] / [Ενημερωτικό έντυπο] από το περίπτερο.
- He bought a daily newspaper at the station.
- Η 'Εφημερίδα' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη.