έγκλημα /eŋˈɡli.ma/ Noun

English
crime
ไทย
อาชญากรรม

Example

  • Η αστυνομία ερευνά ένα σοβαρό [έγκλημα]. (Κακούργημα / Πλημμέλημα / Αδίκημα) — της: Η αστυνομία ερευνά ένα σοβαρό έγκλημα.
  • The police are investigating a serious crime.
  • Το 'κακούργημα' είναι βαρύ έγκλημα.