ειδικός /iˈðikos/ Adjective
- English
- specialist
- ไทย
- ผู้เชี่ยวชาญ
Example
- Η ομάδα παρείχε **εξειδικευμένες** συμβουλές για την κλιματική πολιτική.
- The team provided specialist advice on climate policy.
- Το 'εξειδικευμένες' (θηλ. πληθ.) ταιριάζει με το 'συμβουλές'.