εισβολή εισβολή Noun
- English
- invasion
- ไทย
- การรุกราน
Example
- Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία το 1939 σηματοδότησε την έναρξη του πολέμου. [εισβολή / επιδρομή / διείσδυση]
- The German invasion of Poland in 1939 marked the start of the war.
- Η 'εισβολή' είναι ο πιο ουδέτερος και συνηθισμένος όρος για στρατιωτική δράση.