ευρείας κλίμακας /evˈri.as kliˈma.kas/ Adjective
- English
- large-scale
- ไทย
- ขนาดใหญ่
Example
- Η πόλη υφίσταται μια **εκτεταμένης κλίμακας** ανακαίνιση. (ανακαίνιση / αναμόρφωση / μεταμόρφωση) — της πόλης.
- The city is undergoing a large-scale renovation.
- Το 'εκτεταμένης κλίμακας' είναι το πιο συχνό και ουδέτερο.