ελάχιστος /mi.ni.mal/ Adjective

English
minimal
ไทย
มินิมอล

Example

  • Η δουλειά έγινε με **ελάχιστο** κόστος. (Ελάχιστος / Οριακός / Στο ελάχιστο) — Η δουλειά έγινε με το ελάχιστο κόστος.
  • The work was carried out at minimal cost.
  • Εδώ τονίζουμε την οικονομία πόρων.