λίγο /ˈliɣo/ Adverb

English
slightly
ไทย
เล็กน้อย

Example

  • Το δωμάτιο ήταν **ελαφρώς** πιο ζεστό από τον διάδρομο.
  • The room was slightly warmer than the hallway.
  • Το 'ελαφρώς' εδώ δίνει μια αίσθηση διαφοράς που δεν είναι δραματική.