με ψεγάδι /me pseˈɣaði/ Adjective

English
flawed
ไทย
ไม่สมบูรณ์แบบ

Example

  • Το διαμάντι είχε ένα μικρό, σχεδόν αόρατο ελαττωματικό σημείο. (Το διαμάντι είχε ένα μικρό, σχεδόν αόρατο τμήμα με **ατέλεια** / **ψεγάδι** / **αποχρωματισμό**.)
  • The diamond had a small, barely visible flawed section.
  • Το 'ψεγάδι' είναι πιο ποιητικό για φυσικά αντικείμενα.