ελεύθερος / δωρεάν /eˈlefθeros/ Adjective
- English
- free
- ไทย
- ฟรี
Example
- Είσαι **ελεύθερος** (χτίζω/χτίσω — του: Είσαι ελεύθερος το Σάββατο; Κάνουμε μπάρμπεκιου.)
- Are you free on Saturday? We're having a barbecue.
- Στα ελληνικά, το 'ελεύθερος' είναι η πιο φυσική επιλογή για διαθεσιμότητα.