Έλεγχος /ˈe̞le̞nχos/ Noun
- English
- audit
- ไทย
- การตรวจสอบ
Example
- Η εταιρεία βρίσκεται σε ετήσιο [έλεγχος / έλεγχο / έλεγχο] των βιβλίων της.
- The company is currently undergoing an annual audit.
- Το 'έλεγχος' εδώ είναι το ουσιαστικό, αλλά συχνά ακολουθείται από το ρήμα 'διενεργώ'.