εμπόριο /emˈporio/ Noun
- English
- commerce
- ไทย
- การค้า
Example
- Οι ηγέτες της βιομηχανίας και του **εμπορίου** συναντήθηκαν στη σύνοδο κορυφής του Παρισιού.
- Leaders of industry and commerce met at the summit in Paris.
- Εδώ το «εμπόριο» καλύπτει όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας.