εμπειρία /embiˈri.a/ Noun

English
experience
ไทย
ประสบการณ์

Example

  • Έχει χρόνια **εμπειρίας** στον τομέα της μηχανικής λογισμικού.
  • She has years of experience in software engineering.
  • Η 'εμπειρία' εδώ είναι η συσσωρευμένη ικανότητα.