Έμφαση /emˈfasi/ NounEnglishemphasisไทยการเน้นย้ำExampleΤο σχολείο δίνει μεγάλη έμφαση (τονισμός / προβολή / βαρύτητα) στον αθλητισμό.The school places great emphasis on sports.Το 'δίνω έμφαση' είναι η πιο μαγνητική σύνδεση.