Εμπόδιο /emˈboðio/ Noun

English
barrier
ไทย
อุปสรรค

Example

  • Το πλήθος στεκόταν πίσω από τα μεταλλικά **εμπόδια**.
  • The crowd stood behind the metal barriers.
  • Εδώ το «εμπόδιο» είναι φυσικό αντικείμενο, όπως οι μπάρες.