ένδειξη /ˈenðiksi/ Noun
- English
- indication
- ไทย
- ข้อบ่งชี้
Example
- Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι είχε ακούσει τα νέα. (Σημάδι / Στοιχείο / Σήμα) — Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι είχε ακούσει τα νέα.
- There was no indication that he had heard the news.
- Εδώ το 'ένδειξη' είναι το πιο φυσικό.