τελικά /teˈlika/ Adverb

English
ultimately
ไทย
ท้ายที่สุด

Example

  • Μια κακή διατροφή θα **εν τέλει** οδηγήσει σε ασθένεια. (Εν τέλει / Τελικά / Κατάληξη)
  • A poor diet will ultimately lead to illness.
  • Εδώ το 'εν τέλει' τονίζει την αναπόφευκτη συνέπεια.