Ενθουσιασμός / Ανυπομονησία /enθusiaˈzmos/ Noun
- English
- excitement
- ไทย
- ความตื่นเต้น
Example
- Η είδηση προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους φίλους της. [Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ ΣΤΙΓΜΗ / Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ / Η ΕΝΤΑΣΗ] — της: The news caused great excitement among her friends.
- The news caused great excitement among her friends.
- Το 'ενθουσιασμός' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.