επαγγελματίας /epafrofevˈmas/ Adjective
- English
- professional
- ไทย
- มืออาชีพ
Example
- Είναι μια **επαγγελματική** φωτογράφος (επαγγελματίας / ειδικός / άριστος) — έχει το ταλέντο και την τεχνική.
- She is a professional photographer.
- Στα ελληνικά, το 'επαγγελματικός' είναι η πιο άμεση αντιστοιχία.