Επέκταση / Παράταση /epékta.si/ Noun

English
extension
ไทย
ส่วนต่อขยาย

Example

  • Η [επέκταση] (προέκταση / διεύρυνση / επιμήκυνση) της γραμμής του μετρό θα ωφελήσει τους μετακινούμενους.
  • The extension of the subway line will benefit commuters.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η 'επέκταση' για φυσική διεύρυνση υποδομής.