ρίσκο /ˈrizko/ Επικίνδυνος
- English
- risky
- ไทย
- เสี่ยง
Example
- Ήταν μια **επικίνδυνη** απόφαση να παραιτηθεί χωρίς δίχτυ ασφαλείας. (Ανείπωτη **αβεβαιότητα** / **απόγνωση** / **αγωνία**) — της: It was a risky decision to quit his job without a backup plan.
- It was a risky decision to quit his job without a backup plan.
- Εδώ τονίζουμε την πιθανή αρνητική συνέπεια.