Επίθεση /epiˈθɛsi/ Noun

English
assault
ไทย
การจู่โจม

Example

  • Η παθούσα κατέθεσε αμέσως την επίθεση στην αστυνομία.
  • The victim reported the assault to the police immediately.
  • Εδώ το 'επίθεση' είναι η νομική πράξη.