επιτυγχάνω /epitiˈt͡ʃano/ Ρήμα
- English
- attain
- ไทย
- บรรลุ
Example
- Οι περισσότεροι από τους μαθητές μας [επιτύχαμε] πέντε 'Α' στις εξετάσεις.
- Most of our students attained five ‘A’ grades in their exams.
- Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο (επιτύχαμε) γιατί η επίτευξη είναι ολοκληρωμένη πράξη.