Επιβολή /epivoˈli/ Noun

English
enforcement
ไทย
การบังคับใช้

Example

  • Η αυστηρή επιβολή των κανονισμών είναι απαραίτητη για τη δημόσια ασφάλεια. (Επιβολή / Τήρηση / Διασφάλιση)
  • The strict enforcement of regulations is necessary for public safety.
  • Η 'Επιβολή' εδώ τονίζει την αυστηρή εφαρμογή.