επιβλαβής /epiˈvlavis/ Επιθετικό

English
damaging
ไทย
สร้างความเสียหาย

Example

  • Η καταιγίδα είχε [επιζήμιες] επιπτώσεις στις τοπικές καλλιέργειες.
  • The storm had a damaging impact on the local crops.
  • Εδώ τονίζουμε τη σοβαρή οικονομική απώλεια.