έρευνα /eɾeˈvna/ NounEnglishresearchไทยการค้นคว้าExampleΗ επιστημονική έρευνα οδήγησε σε πολλές ιατρικές ανακαλύψεις.Scientific research has led to many medical breakthroughs.Εδώ η «έρευνα» είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής δουλειάς.