Διερευνώ /ði.e.reˈvno/ Verb

English
investigate
ไทย
ตรวจสอบ

Example

  • Η Αστυνομία καλείται να [ερευνήσει] (ερευνώ / διερευνώ / εξετάζω) την υπόθεση.
  • The FBI has been called in to investigate.
  • Το 'ερευνώ' είναι το πιο φυσικό για εγκληματολογική έρευνα.