εργαλείο /erɣaˈlío/ NounEnglishtoolไทยเครื่องมือExampleΚράτησε τα κηπουρικά του [εργαλεία] στο υπόστεγο.He kept his garden tools in the shed.Εδώ εννοούμε τα φυσικά αντικείμενα.