Ήθος /ˈiθos/ Noun

English
ethic
ไทย
จริยธรรม

Example

  • Έχει ισχυρό εργασιακό **ήθος** που εμπνέει την ομάδα της. (Ηθική/Αξίες/Συνέπεια — της: Έχει ισχυρό εργασιακό ήθος που εμπνέει την ομάδα της.)
  • She has a strong work ethic that inspires her team.
  • Εδώ τονίζεται η συνέπεια και η αφοσίωση.