ετησίως /etiˈsios/ AdverbEnglishannuallyไทยประจำปีExampleΗ έκθεση πραγματοποιείται **ετησίως**.The exhibition is held annually.Το 'ετησίως' δίνει έναν τόνο σταθερότητας και προγραμματισμού.