Ευλογώ /evloˈʝo/ Verb

English
bless
ไทย
อวยพร

Example

  • Ο ιερέας [ευλόγησε] (ελέησον / αγίασε / δώσε χάρη) τη σύναξη.
  • The priest blessed the congregation.
  • Εδώ το 'ευλογώ' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.