εξαφανίζομαι /ɛksafanˈdzo me/ Verb

English
vanish
ไทย
หายวับไป

Example

  • Η γάτα [εξαφανίστηκε] μέσα στους θάμνους.
  • The cat vanished into the bushes.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε τον Αόριστο (τέλεια μορφή) γιατί η πράξη ολοκληρώθηκε.