εξάγω / εξαγωγή /eɡzaˈɣo/ Noun

English
export
ไทย
ส่งออก

Example

  • Το πετρέλαιο είναι η κύρια [εξαγωγή] της χώρας. [Εξαγωγή / Εξαγωγικό εμπόριο / Εξαγωγική δραστηριότητα] — της χώρας.
  • Oil is the country's main export.
  • Το 'εξαγωγικό εμπόριο' δίνει έμφαση στη διαδικασία.