Εξάρτηση /eɡˈzar.ti.si/ Noun

English
dependence
ไทย
การพึ่งพิง

Example

  • Η σχέση μας βασιζόταν σε αμοιβαία [εξάρτηση].
  • Our relationship was based on mutual dependence.
  • Εδώ τονίζεται η αμοιβαία ανάγκη, όχι η αδυναμία.