Διασφαλίζω /ðjasaˈfizo/ Verb
- English
- ensure
- ไทย
- ทำให้แน่ใจ
Example
- Καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια για να **εξασφαλίσουμε** την ασφάλεια όλων των επιβατών.
- We are working to ensure the safety of all passengers.
- Το 'εξασφαλίζω' εδώ δίνει έμφαση στην ενεργή δέσμευση.