Εξέλιξη /e.kseˈli.ksi/ Noun

English
evolution
ไทย
การเปลี่ยนแปลง

Example

  • Η **εξέλιξη** (πρόοδος / ανάπτυξη / πορεία) του ανθρώπινου είδους είναι μια σύνθετη ιστορία.
  • The evolution of the human species is a complex story.
  • Εδώ τονίζεται η βιολογική/ιστορική διάσταση.