φίδι /ˈfi.ði/ NounEnglishsnakeไทยงูExampleΤο φίδι έρπει σιωπηλά μέσα στο ψηλό χορτάρι.The snake slithered silently through the tall grass.Η λέξη 'έρπει' είναι η μαγνητική κίνηση.