άγριος /ˈfɪərs/ Επίθετο

English
fierce
ไทย
จัดจ้าน

Example

  • Ο [άγριος] (μανιώδης / σφοδρός / ανελέητος) σκύλος φύλαγε την πύλη.
  • The fierce dog guarded the gate.
  • Εδώ σημαίνει κυριολεκτικά επιθετικός και απρόβλεπτος.