Φιλανθρωπία /filanθroˈpi.a/ Noun

English
charity
ไทย
การกุศล

Example

  • Δώρισε τα παλιά της ρούχα σε μια τοπική φιλανθρωπία (φιλανθρωπικό ίδρυμα).
  • She donated her old clothes to a local charity.
  • Η λέξη 'φιλανθρωπία' καλύπτει τον θεσμό.